κέρας


κέρας
τὸ κέρας, κέρατος / κέρως 1. рог (ср. лат. cornu; rhinoceros ≃ носорог); 2. фланг

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κέρας" в других словарях:

  • κεράς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κέρας — Aër. neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κέρας — Οστεοειδής έκφυση στο κεφάλι διαφόρων θηλαστικών. Βλ. λ. κέρατα.(Γεωλ.) Κομμάτι του στερεού φλοιού του εδάφους, το οποίο απέμεινε ως προεξοχή όταν τα γύρω κομμάτια καταβυθίστηκαν. Τυπικό παράδειγμα γεωλογικού κ. είναι ο Ακροκόρινθος. Αν μόνο μία… …   Dictionary of Greek

  • κεράς — Οστεοειδής έκφυση στο κεφάλι διαφόρων θηλαστικών. Βλ. λ. κέρατα.(Γεωλ.) Κομμάτι του στερεού φλοιού του εδάφους, το οποίο απέμεινε ως προεξοχή όταν τα γύρω κομμάτια καταβυθίστηκαν. Τυπικό παράδειγμα γεωλογικού κ. είναι ο Ακροκόρινθος. Αν μόνο μία… …   Dictionary of Greek

  • Κέρας Ἀμαλϑείας. — См. Рог изобилия …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • κερίζω — [κέρας] (στην Κύπρο) 1. δένω τα βόδια από τα κέρατα κάτω από τον ζυγό 2. μτφ. συντροφεύω …   Dictionary of Greek

  • κερά — κεράς fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεράδες — κεράς fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεράεσι — κέρας Aër. neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεράεσσι — κέρας Aër. neut dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεράεσσιν — κέρας Aër. neut dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)